Thymele Logo
Search

θέατρο εν θεάτρῳ [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 4
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Μεταθεατρική δραματουργική και σκηνική τεχνική κατά την οποία μια παράσταση εγκιβωτίζεται στη δράση ενός θεατρικού έργου ή μιας άλλης παράστασης, ώστε τα δραματικά πρόσωπα να μετέχουν σε αυτήν ως ηθοποιοί ή ως εσωτερικό κοινό.

Ανάπτυξη

Το θέατρο εν θεάτρῳ ενεργοποιεί ταυτόχρονα δύο επίπεδα θεατρικής επικοινωνίας: το εσωτερικό, ανάμεσα στα δραματικά πρόσωπα, και το εξωτερικό, ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό. Οι θεατές και οι θεάτριες παρακολουθούν πρόσωπα που παρακολουθούν με τη σειρά τους μια δεύτερη παράσταση. Στην απλούστερη μορφή, η εγκιβωτισμένη παράσταση καταλαμβάνει περιορισμένο τμήμα της δράσης, όπως η Δολοφονία του Γονζάγου [The Murder of Gonzago] στον Άμλετ [Hamlet] ή ο Πύραμος και Θίσβη [Pyramus and Thisbe] στο Όνειρο θερινής νύχτας [A Midsummer Night's Dream] του William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ]. Στη σύνθετη μορφή, το πλαίσιο οργανώνει το σύνολο του έργου, όπως στη Φρεναπάτη [L'Illusion comique] (1636) του Pierre Corneille [Πιερ Κορνέιγ], όπου η μυθοπλασία κλιμακώνεται σε τρία επίπεδα.


Ως η πιο ρητή μορφή μεταθεατρικότητας, το θέατρο εν θεάτρῳ διπλασιάζει τη θεατρική ψευδαίσθηση. Αποκαλύπτει τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα της εγκιβωτισμένης δράσης και, συγχρόνως, προσδίδει στο πρωτοβάθμιο επίπεδο αυξημένη αληθοφάνεια. Από αυτή τη διπλή κίνηση απορρέουν δύο λειτουργίες. Η συμβολική ανάγει τη σκηνή σε εικόνα του κόσμου. Η κριτική, ανοικειωτική λειτουργία υποδεικνύει ότι η εγκιβωτισμένη μυθοπλασία σχετίζεται με την πρωτοβάθμια όπως η τελευταία με την πραγματικότητα. Το εγκιβωτισμένο υλικό σπανίως παρουσιάζεται αυτούσιο: στον Άμλετ, οι στίχοι που προσθέτει ο πρίγκιπας μετατρέπουν την παράσταση σε όργανο ανάκρισης της συνείδησης του Κλαύδιου.


Οι ρίζες της τεχνικής ανάγονται στην αρχαία κωμωδία, όπου συνδέθηκε με την παρατραγωδία. Στις Θεσμοφοριάζουσες (411 π.Χ.) ο Αριστοφάνης εγκιβώτισε διαδοχικά σκηνές από τέσσερις τραγωδίες του Ευριπίδη, ανάμεσά τους και την Ελένη, που είχε διδαχθεί μόλις έναν χρόνο νωρίτερα. Η τεχνική γνώρισε την ακμή της στο ελισαβετιανό θέατρο και στο θέατρο του Μπαρόκ, που συνόψισε την κοσμοθεωρία του στην εικόνα του κοσμοθεάτρου [theatrum mundi]. Στην Ισπανική τραγωδία [The Spanish Tragedy] (περ. 1587) του Thomas Kyd [Τόμας Κυντ] οι σκηνικοί φόνοι αποδεικνύονται πραγματικοί. Στον Ιππότη του φλεγόμενου γουδοχεριού [The Knight of the Burning Pestle] (1607) του Francis Beaumont [Φράνσις Μπώμοντ] δύο θεατές επεμβαίνουν στην πλοκή. Ο Pedro Calderón de la Barca [Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα] ανήγαγε τη σύμβαση σε θεολογική αλληγορία στο Μέγα θέατρο του κόσμου [El gran teatro del mundo] (περ. 1635). Αργότερα η τεχνική στράφηκε προς τη σάτιρα της θεατρικής παραγωγής, όπως στον Κριτικό [The Critic] (1779) του Richard Brinsley Sheridan [Ρίτσαρντ Μπρίνσλεϋ Σέρινταν].


Τον 20ό αιώνα ο Luigi Pirandello [Λουίτζι Πιραντέλλο] ονόμασε ο ίδιος «τριλογία του θεάτρου εν θεάτρῳ» τρία έργα του, με πρώτο τα Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα [Sei personaggi in cerca d'autore] (1921). Έτσι μετέτρεψε την τεχνική σε στοχασμό για τη σχέση προσώπου, ρόλου και κοινού. Ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] την ενέταξε στη λογική της ανοικείωσης στον Καυκασιανό κύκλο με την κιμωλία [Der kaukasische Kreidekreis] (1948). Ο Peter Weiss [Πέτερ Βάις] ανέθεσε την εγκιβωτισμένη παράσταση σε τροφίμους του ασύλου του Σαραντόν στο Μαρά/Σαντ [Marat/Sade] (1964). Η Suzan-Lori Parks [Σούζαν-Λόρι Παρκς], στο The America Play [Το έργο της Αμερικής] (1994), μετέτρεψε την επαναλαμβανόμενη αναπαράσταση της δολοφονίας του Αβραάμ Λίνκολν [Abraham Lincoln] σε σχόλιο για τη φυλετική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.


Στη σκηνή, το δεύτερο επίπεδο σηματοδοτείται συνήθως με διακριτή ζώνη (πατάρι, παραπέτασμα, φωτιστική απομόνωση) και με αλλαγές στην εκφορά, στη χειρονομία και στο ένδυμα. Το θέατρο εν θεάτρῳ μπορεί επίσης να το εισαγάγει η σκηνοθεσία, επινοώντας ένα πλαίσιο που δεν προβλέπει το κείμενο. Με αυτόν τον τρόπο ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος παρουσίασε την Ιφιγένεια [εν Ληξουρίῳ] του Πέτρου Κατσαΐτη (Αμφι-Θέατρο, 1979) ως παράσταση ερασιτεχνικού θιάσου στο Ληξούρι του 1720.


Ανάλογες δομές απαντούν και στις άλλες παραστατικές τέχνες. Στην όπερα, οι Παλιάτσοι [Pagliacci] (1892) του Ruggero Leoncavallo [Ρουτζέρο Λεονκαβάλλο] ταυτίζουν τον σκηνικό με τον πραγματικό φόνο. Στο μιούζικαλ Kiss Me, Kate [Φίλησέ με, Κέητ] (1948) του Cole Porter [Κόουλ Πόρτερ] ένας θίασος ανεβάζει τη σαιξπηρική Στρίγγλα που έγινε αρνάκι [The Taming of the Shrew]. Στον χορό, ο Πετρούσκα [Petrouchka] (1911) του Ιγκόρ Στραβίνσκι [Igor Stravinsky] και του Μιχαήλ Φοκίν [Michel Fokine] τοποθετεί στο κέντρο του ένα κουκλοθέατρο μέσα σε πανηγύρι. Στη σύγχρονη σκηνή η τεχνική λαμβάνει διαμεσικές μορφές, με κινηματογραφημένες ή ζωντανά βιντεοσκοπημένες δράσεις που προβάλλονται σε οθόνη.

Αγγλικά
play within a play; play within the play
Γαλλικά
théâtre dans le théâtre, le
Γερμανικά
Spiel im Spiel, das; Theater im Theater, das
Ιταλικά
teatro nel teatro, il

Συνώνυμα

θέατρο μέσα στο θέατρο

Σχετικοί όροι

αυτοαναφορικότητα, μετακειμενικότητα, παράβασις, παρενδυσία, τέταρτος τοίχος, αναδιαδραμάτιση

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Αυτή η δραματουργία του εγκιβωτισμού κάνει κάτι παραπάνω από το να εγκλείει απλώς ένα θέαμα μέσα σε ένα άλλο θέαμα‧ επιβάλλει μιαν ειδική στάση απέναντι στο θεατρικό φαινόμενο, μια κριτική αντιμετώπιση των στοιχείων της δομής του: τοποθετείται αρχικά στην πλευρά του θεάματος και διατέμνει τους συντελεστές του, ώστε να χωριστούν σε δύο τουλάχιστον μέρη‧ στη συνέχεια μετατοπίζει το ένα μέρος προς την πλευρά των θεατών, που έχει αφήσει άθικτη εξ υπαρχής, και το άλλο προς το βάθος μιας προοπτικής που διανοίγεται από τον μύθο του έργου. Αυτό το τελευταίο μέρος αποτελεί έτσι τη μυθοπλασία της αρχικής μυθοπλασίας, ενώ το πρώτο, χωρίς να υποχωρήσει από την αρχική μυθοπλασία, καταλαμβάνει ταυτοχρόνως και τη θέση του θεατή της πλαισιωμένης πλέον μυθοπλασίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, μολονότι ο αναγνώστης/θεατής παραμένει στη θέση του, βλέπει ενσαρκωμένη επί σκηνής την παράστασή του. Αυτοεπικεντρούμενο το δραματικό κείμενο, διπλασιάζεται και αυτοπροβάλλεται μέσα στο ίδιο του το σώμα: παρουσιάζεται στον εαυτό του αλλοιωμένο, αλλά διευρυμένο τόσο ως προς την πραγματικότητα όσο και προς μια βαθύτερη μυθοπλασία. Ως αμοιβαία προβολή πραγματικού και φαντασιακού και ως ετεροποιημένη αυτοαναπαραγωγή, το θέατρο εν θεάτρω συμβολίζει ανέκαθεν την ίδια τη θεατρικότητα της ζωής, μέσα από τη συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος είναι ένα μεγάλο θέατρο (El gran teatro del mundo)‧ ταυτοχρόνως, όμως, ως αναδιπλασιασμός της θεατρικής ψευδαίσθησης, το θέατρο εν θεάτρω λειτουργεί ως απομυθοποιητικός και αποστασιοποιητικός μηχανισμός (όπως το βλέπουμε ξεκάθαρα στον Καυκασιανό κύκλο με την κιμωλία του Brecht ή στον Περιποιητή φυτών του Μάτεσι), στο μέτρο που η ψευδαίσθηση της ψευδαίσθησης οδηγεί στη συνειδητοποίηση πως ό,τι είναι η εγκλεισμένη μυθοπλασία για την αρχική μυθοπλασία του έργου, είναι και αυτή η τελευταία για την πραγματικότητα. Όμως, για άλλη μία φορά, η αποστασιοποίηση αυτή δεν καταργεί το θεατρικό παιχνίδι, αλλά προετοιμάζει τη διεύρυνσή του στους κόλπους της πραγματικότητας.»

Ο Γιώργος Π. Πεφάνης περιγράφει τη δομή του θεάτρου εν θεάτρῳ ως διχοτόμηση των συντελεστών του θεάματος: ένα μέρος τους μετατοπίζεται στη θέση του θεατή, ενώ το άλλο ωθείται στο βάθος μιας δεύτερης μυθοπλασίας, ώστε το κοινό να βλέπει επί σκηνής την αναπαράσταση της δικής του θέσης. Από τη δομή αυτή απορρέουν οι δύο λειτουργίες της τεχνικής: η συμβολική, που ανάγει τη σκηνή σε εικόνα του κόσμου κατά το πρότυπο του Μεγάλου θεάτρου του κόσμου [El gran teatro del mundo] του Pedro Calderón de la Barca [Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα], και η αποστασιοποιητική, που αποκαλύπτει τη σύμβαση ως σύμβαση, όπως στον Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] ή στον Παύλο Μάτεσι. Ο συγγραφέας καταλήγει ότι η αποστασιοποίηση διευρύνει το θεατρικό παιχνίδι στους κόλπους της πραγματικότητας.

Πεφάνης, Γ. Π. (1999). Το θέατρο και τα σύμβολα: διαδικασίες συμβόλισης του δραματικού λόγου (σσ. 234–235). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Quote Icon

«Το γεγονός, καταρχήν, ότι από όλη την Ελένη ο Αριστοφάνης επιλέγει να αξιοποιήσει παρωδιακά τη σκηνή της αναγνώρισης, αποτελεί μια πρώτη, αρκετά σαφή πιστεύουμε, απόδειξη ότι η συγκεκριμένη σκηνή όχι μόνο είχε απορροφήσει κατ' εξοχήν το ενδιαφέρον του κωμικού δραματουργού, αλλά και είχε προκαλέσει γενικότερα αίσθηση στο κοινό του 412 π.Χ., έτσι ώστε να μπορεί εύκολα να την ανακαλεί ένα χρόνο αργότερα, να διαπιστώνει και να απολαμβάνει —στη μεγαλύτερη ή μικρότερη πλειοψηφία του και σε υψηλότερο ή χαμηλότερο επίπεδο κατανόησης— τις δυνατές αναγωγές, συγκλίσεις και αποκλίσεις της υπο-κείμενης ευριπίδειας σκηνής και της υπερ-κείμενης αριστοφανικής εκδοχής της. Δεν θα απείχε πολύ κανείς από την αλήθεια αν θεωρούσε ότι στην παρωδιακή εκμετάλλευση της δραματικής τεχνικής θέατρο μέσα στο θέατρο ο Αριστοφάνης είχε δεχτεί ανάλογη επίδραση από την παρατηρούμενη ευριπίδεια μεταθεατρική τακτική να παραπέμπει σε ομόλογης θεματικής δράματα τόσο της δικής του παραγωγής όσο και της παραγωγής του Αισχύλου και του Σοφοκλή προκειμένου να ελέγξει και να εμβαθύνει κριτικά στους τρόπους δραματικής αποτύπωσης των μύθων. Με βάση αυτή τη συνεχή, περισσότερο ή λιγότερο δημιουργική, ανακύκλωση διακειμενικών και διαπαραστασιακών παραπομπών, που φαίνεται να επιτείνεται στις τελευταίες δεκαετίες του 5ου αι., στη συγκεκριμένη αριστοφανική ακολουθία (στ. 846–928) αναπαράγεται πιστά ένας πολύ μεγάλος αριθμός στίχων από το ευριπίδειο δράμα, οι οποίοι βέβαια αλλάζουν τώρα άρδην συμφραζόμενα και αποδίδονται σε διαφορετικά δραματικά πρόσωπα, προκειμένου να επιτευχθεί το κωμικό αποτέλεσμα. Η μεγάλη σε έκταση και, κυρίως, σε πιστότητα παρατραγική μεταφορά στίχων στις Θεσμοφοριάζουσες —έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή σε ένα σημείο η κριτική αποκατάσταση του τραγικού κειμένου (Θεσμ. 907 και Ελ. 561: Ἑλληνὶς εἶ τις ἢ ’πιχωρία γυνή;)— ενισχύει την εικασία ότι ο Αριστοφάνης κατά τη συγγραφή της κωμωδίας του είχε πιθανότατα μπροστά του το τραγικό κείμενο, αν δεν διέθετε τεράστια και εκπληκτική μνήμη. Σε κάθε περίπτωση, η υπο-κείμενη σκηνή της Ελένης του Ευριπίδη, μακράν του να αποτελεί μια αόριστη και ευρεία πηγή ασυνείδητων διακειμενικών διασυνδέσεων, αποτελούσε ένα σαφέστατο και πολύ συγκεκριμένο κειμενικό υπόβαθρο, με βάση το οποίο εξυφάνθηκε προσεκτικά η κωμική υπερκείμενη σκηνή και με βάση το οποίο οι οποιεσδήποτε συγκλίσεις ή αποκλίσεις των αριστοφανικών επιλογών αποκτούν την ιδιαίτερη σημασιολογία και κωμική δυναμική τους.»

Η Καίτη Διαμαντάκου εξετάζει πώς η σκηνή της αναγνώρισης Μενελάου και Ελένης από την Ελένη (412 π.Χ.) του Ευριπίδη εγκιβωτίζεται ως θέατρο εν θεάτρῳ στις Θεσμοφοριάζουσες (411 π.Χ.) του Αριστοφάνη. Ο κωμικός ποιητής αναπαράγει με μεγάλη πιστότητα εκτενή σειρά ευριπίδειων στίχων και τους μεταθέτει σε νέα συμφραζόμενα και σε άλλα δραματικά πρόσωπα, ακολουθώντας, κατά τη μελετήτρια, τη μεταθεατρική πρακτική του ίδιου του Ευριπίδη να παραπέμπει σε δράματα ομόλογης θεματικής. Το κωμικό αποτέλεσμα του θεάτρου εν θεάτρῳ πηγάζει έτσι από την απόσταση ανάμεσα στην υπο-κείμενη τραγική σκηνή και στην υπερ-κείμενη κωμική εκδοχή της.

Διαμαντάκου, Κ. (2007α). Η τραγική «αναγνώριση» στην Ελένη του Ευριπίδη και η κωμική «αποκατάστασή» της στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη. Στο Περί τραγωδίας και τρυγωδίας: οκτώ ερμηνευτικές διαδρομές στο τραγικό και το κωμικό θέατρο (σσ. 161–187). Αθήνα: Παπαζήσης.

Quote Icon

"Ciascuno dei tre lavori raccolti in questo primo volume del mio teatro rappresenta personaggi, casi e passioni che gli son proprii e che non han nulla perciò da vedere con quelli dell'altro; ma tutti e tre uniti, quantunque diversissimi, formano come una trilogia del teatro nel teatro, non solo perché hanno espressamente azione sul palcoscenico e nella sala, in un palco o nei corridoi o nel ridotto d'un teatro, ma anche perché di tutto il complesso degli elementi d'un teatro, personaggi e attori, autore e direttore-capocomico o regista, critici drammatici e spettatori alieni o interessati, rappresentano ogni possibile conflitto."


«Καθένα από τα τρία έργα που συγκεντρώνονται σε αυτόν τον πρώτο τόμο του θεάτρου μου αναπαριστά δικά του πρόσωπα, περιστατικά και πάθη, τα οποία επομένως δεν έχουν καμία σχέση με εκείνα των άλλων· όλα μαζί όμως, αν και εξαιρετικά διαφορετικά μεταξύ τους, συγκροτούν κάτι σαν τριλογία του θεάτρου εν θεάτρῳ. Αυτό συμβαίνει τόσο επειδή η δράση τους τοποθετείται ρητά πάνω στη σκηνή και στην αίθουσα, σε ένα θεωρείο ή στους διαδρόμους ή στο φουαγιέ ενός θεάτρου, όσο και επειδή αναπαριστούν κάθε δυνατή σύγκρουση ανάμεσα σε όλα τα στοιχεία που συγκροτούν ένα θέατρο: πρόσωπα και ηθοποιούς, συγγραφέα και διευθυντή-θιασάρχη ή σκηνοθέτη, θεατρικούς κριτικούς και θεατές αμέτοχους ή ενδιαφερόμενους.»

Στον πρόλογο του πρώτου τόμου της συγκεντρωτικής έκδοσης του δραματικού του έργου (1933), ο Luigi Pirandello [Λουίτζι Πιραντέλλο] ενώνει τα Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα [Sei personaggi in cerca d'autore], το Ο καθένας με τον τρόπο του [Ciascuno a suo modo] και το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε [Questa sera si recita a soggetto] και τα ονομάζει τριλογία του θεάτρου εν θεάτρῳ. Το κριτήριό του είναι διπλό: χωρικό, καθώς η δράση μεταφέρεται στη σκηνή, στην αίθουσα και στους βοηθητικούς χώρους του θεάτρου, και θεσμικό, καθώς επί σκηνής συγκρούονται όλοι οι συντελεστές του θεατρικού φαινομένου, από τα πρόσωπα και τους ηθοποιούς έως την κριτική και το κοινό. Το θέατρο εν θεάτρῳ παύει έτσι να είναι εγκιβωτισμένο επεισόδιο και γίνεται δομική αρχή που θεματοποιεί τον ίδιο τον θεσμό του θεάτρου.

Pirandello, L. (1933). Prefazione. Στο Maschere nude (Τόμ. 1). Milano: Mondadori.

Quote Icon

«Η νύχτα που ξημερώνει τ' Αϊ Γιαννιού είναι σημαδιακή για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Γιορτή λαϊκή, αγροτική, γιορτή της καρποφορίας των δέντρων, μέρα του Κλήδονα. Στα μέρη μας, πέρα από τις λαϊκές δοξασίες και τις μαγικές επικλήσεις για των καρπών το ωρίμασμα, είναι φορτισμένη με την ερωτική λαχτάρα των παρθένων, τα μαντέματα και τις ευχές για ζευγάρωμα. Είναι η νύχτα της αναμονής, της μυστικής επιφάνειας των σημείων, της ευοίωνης συγκατάθεσης των απόκρυφων στοιχείων που γεμίζουν τον αέρα. Νύχτα που αποδεσμεύονται η ντροπή, η συμβατικότητα, η συγκαλυμμένη αποθυμιά των κοριτσιών. […] Τη νύχτα αυτή ο ερωτικός Θησέας, αφού γεύτηκε τη μυστική επαφή με την Τιτάνια, και η Αμαζόνα Ιππολύτη, ταίρι παροδικό του Όμπερον, θα ενώσουν τις παθιασμένες ιδιοσυγκρασίες τους. Τη νύχτα τούτη το βασιλικό ζευγάρι των ξωτικών θα διεκδικήσει ερωτικά, καθένας για λογαριασμό του, ένα θνητό αγόρι. Τη νύχτα τούτη τέσσερα παιδιά, δυο ζεύγη, θα κυνηγήσουν την ερωτική πλήρωση λυσσασμένα, όπως η εφηβεία τους ξέρει να αφηνιάζει, όπως το ένστικτο γνωρίζει ωμά, τυφλά αλλά αθώα, αδέσμευτα, να καθοδηγεί. Τούτη τη νύχτα το αερικό θα σμίξει με τον όνο, παμπάλαιο σύμβολο του οργασμού, όπως η παλιά εκείνη μινωική σύζυγος με τον ταύρο. Τούτη τη νύχτα κάποιοι μαστόροι θ' ακουμπήσουν παράμερα τα σύνεργά τους και θ' ανεβούνε στο πατάρι, θα μεταμορφωθούν, θα μεθέξουν, θα αλλοιωθούν μέσα από την τέχνη. Τούτη, τέλος, τη νύχτα όλοι θα ψάξουν να βρουν κάτι άλλο, να γίνουν άλλο, να διεισδύσουν στο Άλλο. Τρεις ομάδες κινούνται στη σκηνή. Οι Αθηναίοι ευγενείς, οι μαστόροι και τα ξωτικά. Ο Σαίξπηρ τις παρουσιάζει μία-μία στη σκηνή, όπως μπαίνουν τα μουσικά θέματα. Ύστερα αναπτύσσει μια πολυδαίδαλη φούγκα. Οι ευγενείς είναι τα ξύλινα πνευστά, οι μαστόροι τα χάλκινα, τα ξωτικά τα έγχορδα, ο Πουκ η διαπασών. Και διαλέγονται. Τρεις κόσμοι που συμφύρονται, αλλοιώνουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου, έτσι που στο τέλος οικειώνονται, υποκαθιστούν ο ένας τον άλλο. Συγχέονται, χωνεύονται μέσα στο δάσος και γίνονται φύση. Είναι η φύση στα στοιχεία της. Ορατά και αόρατα. Αυτή όμως η ταύτιση με το φυσικό, η κατάδυση στα μυστικά βάθη είναι μια επαφή με το θάνατο· εκεί κάτω ανακαλύπτει κανείς το τραγικό νόημα του φθαρτού και η ανάδυση σέρνει μαζί της όλη την πίκρα για την έκπτωση, όλη τη θλίψη για την ανεπανόρθωτη αποκοπή, την τελεσίδικη αλαζονεία της αυτονομίας του ανθρώπου. Έτσι, όταν οι κόσμοι αυτοί, με την αυγή, χωρίζονται, όταν η μέρα “τακτοποιεί” της νύχτας την παρεκτροπή, όταν η σύμβαση ανέβει πάλι στο βάθρο της για να κυβερνήσει θεούς κι ανθρώπους, οι τελευταίοι θα ντρέπονται, θα κρύβουν το πρόσωπό τους, θα θάβουν βαθιά μέσα τους τη νυχτερινή απολύτρωση. Μόνο τα ξωτικά δεν έχουν για τίποτε να ντραπούν. Δεν έχουν ενοχές. Γι' αυτά ήταν παιχνίδι ό,τι για τους άλλους ήταν κένωση.»

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος διαβάζει το Όνειρο θερινής νύχτας [A Midsummer Night's Dream] του William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] ως δράμα της νύχτας του θερινού ηλιοστασίου, όπου τρεις κόσμοι (ευγενείς, μαστόροι και ξωτικά) συμφύρονται σαν μουσικά θέματα μιας φούγκας. Στο πλαίσιο αυτό, η παράσταση του Πύραμου και Θίσβης [Pyramus and Thisbe] από τους μαστόρους, που «θα αλλοιωθούν μέσα από την τέχνη», αποτελεί την πιο ρητή έκφραση της γενικευμένης μεταμόρφωσης. Το θέατρο εν θεάτρῳ λειτουργεί έτσι ως καθρέφτης του έργου και συμπυκνώνει την επιθυμία όλων των προσώπων «να γίνουν άλλο».

Γεωργουσόπουλος, Κ. (1999). Παγκόσμιο θέατρο Ι: από τον Μένανδρο στον Ίψεν (σσ. 72–74). Αθήνα: Πατάκης. Πρώτη δημοσίευση: Τὸ Βῆμα, 17 Ὀκτωβρίου 1971.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η σκηνή της αναγνώρισης από την Ελένη του Ευριπίδη, εγκιβωτισμένη ως θέατρο εν θεάτρῳ στις

Το θέατρο εν θεάτρῳ στην πράξη 5, σκηνή 1 του Ονείρου θερινής νύχτας [A…

Στιγμιότυπα από το δίπρακτο The America Play [Το έργο της Αμερικής] (1994) της…

Στιγμιότυπα από το Σκοτσέζικο ντους της Χρύσας Σπηλιώτη, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Πλασκοβίτη (ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, Ιούλιος…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Απουλικός ερυθρόμορφος κωδωνόσχημος κρατήρας του Ζωγράφου του Σίλλερ [Schiller Painter] (περ. 370 π.Χ.), Μουσείο Martin…

Daniel Maclise [Ντάνιελ Μακλίς], Η σκηνή της παράστασης στον «Άμλετ» [The Play Scene in…

Σχέδιο σκηνικού του Αλεξάντρ Μπενουά [Alexandre Benois] για τον Πετρούσκα [Petrouchka] (1911) των

Ο Δημήτρης Χορν (Ερρίκος Δ΄) και η Ελένη Χατζηαργύρη (μαρκησία Ματίλντε Σπίνα) στον Ερρίκο Δ΄

βασική

Baker, S. (1987). Hamlet's Bloody Thoughts and the Illusion of Inwardness. Comparative Drama, 21(4), 303–317.

Curran, J. V. (2000). Goethe's "Helen": A Play within a Play. International Journal of the Classical Tradition, 7(2), 165–176.

Felopoulou, S. (2001). Le théâtre dans le théâtre dans la dramaturgie française du XXe siècle (διδακτορική διατριβή). Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας.

Fischer, G., & Greiner, B. (Επιμ.). (2007). The Play within the Play: The Performance of Meta-Theatre and Self-Reflection. Amsterdam & New York: Rodopi.

Forestier, G. (1981). Le Théâtre dans le théâtre sur la scène française du XVIIe siècle. Genève: Droz.

Hornby, R. (1986). Drama, Metadrama, and Perception. Lewisburg: Bucknell University Press.

Kowzan, T. (1983). Les comédies d'Aristophane, véhicule de la critique dramatique. Dioniso, 54, 83–100.

Mehl, D. (1965). Forms and Functions of the Play within a Play. Renaissance Drama, 8, 41–61.

Muecke, F. (1977). Playing with the Play: Theatrical Self-consciousness in Aristophanes. Antichthon, 11, 52–67.

Nelson, R. J. (1958). Play within a Play: The Dramatist's Conception of His Art: Shakespeare to Anouilh. New Haven: Yale University Press.

Pfister, M. (1988). The Theory and Analysis of Drama (J. Halliday, μτφρ.). Cambridge: Cambridge University Press.

Ryngaert, J.-P. (1993). Lire le théâtre contemporain. Paris: Dunod.

Schmeling, M. (1982). Métathéâtre et intertexte: aspects du théâtre dans le théâtre. Paris: Lettres Modernes.

Slater, N. W. (2002). Spectator Politics: Metatheatre and Performance in Aristophanes. Philadelphia: University of Pennsylvania Press.

Spivack, C. (1989). Alienation and Illusion: The Play-within-a-Play on the Caroline Stage. Medieval & Renaissance Drama in England, 4, 195–210.

Taplin, O. (1986). Fifth-Century Tragedy and Comedy: A Synkrisis. The Journal of Hellenic Studies, 106, 163–174.

Théâtre dans le théâtre [ειδικό τεύχος]. (1972). Revue des Sciences Humaines, 145.

Ubersfeld, A. (1981). L'école du spectateur. Lire le théâtre 2. Paris: Éditions Sociales.

Zeitlin, F. I. (1981). Travesties of Gender and Genre in Aristophanes' Thesmophoriazousae. Critical Inquiry, 8(2), 301–327.

Zeitlin, F. I. (1985). Playing the Other: Theater, Theatricality, and the Feminine in Greek Drama. Representations, 11, 63–94.

Διαμαντάκου, Κ. (2007α). Η τραγική «αναγνώριση» στην Ελένη του Ευριπίδη και η κωμική «αποκατάστασή» της στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη. Στο Περί τραγωδίας και τρυγωδίας: οκτώ ερμηνευτικές διαδρομές στο τραγικό και το κωμικό θέατρο (σσ. 161–187). Αθήνα: Παπαζήσης.

Διαμαντάκου, Κ. (2007β). Στην αρχαία κωμική ενδοχώρα: εισαγωγή στη σημειολογία του χώρου και του χρόνου στο θέατρο του Αριστοφάνη. Αθήνα: Ινστιτούτο του Βιβλίου Α. Καρδαμίτσα.

Θωμαδάκη, Μ. (1993). Σημειωτική του ολικού θεατρικού λόγου. Αθήνα: Δόμος.

Πατσαλίδης, Σ. (2000). Θέατρο και θεωρία: περί (υπο)κειμένων και (δια)κειμένων. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Πεφάνης, Γ. Π. (1999). Το θέατρο και τα σύμβολα: διαδικασίες συμβόλισης του δραματικού λόγου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

συμπληρωματική

Allain, P., & Harvie, J. (2025). The Routledge Companion to Theatre and Performance (3η έκδ.). London & New York: Routledge.

Pavis, P. (1998). Dictionary of the Theatre: Terms, Concepts, and Analysis (C. Shantz, μτφρ.). Toronto: University of Toronto Press.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. θέατρο εν θεάτρῳ. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/θέατρο εν θεάτρῳ

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «θέατρο εν θεάτρῳ». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/θέατρο εν θεάτρῳ.

MLA

«θέατρο εν θεάτρῳ». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/θέατρο εν θεάτρῳ.

1344